Το να δημιουργείς είναι να σκέφτεσαι πιο έντονα. Ρεβερντί Π.

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Απαρέμφατο - Μετοχή



Τι είναι το απαρέμφατο στα αρχαία ελληνικά;



Το απαρέμφατο είναι ένας άκλιτος  ρηματικός τύπος.
Άλλοτε εμφανίζεται χωρίς άρθρο, άναρθρο απαρέμφατο, π.χ.  φιλοσοφεν
κι άλλοτε με άρθρο, έναρθρο απαρέμφατο, π.χ. τ λακωνίζειν
Το έναρθρο απαρέμφατο ισοδυναμεί με ουσιαστικό (τ λακωνίζειν = o λακωνισμός = να μιλάμε με λίγα λόγια)



Ποιοι χρόνοι έχουν απαρέμφατο;



Ενεστώτας
Μέλλοντας
Αόριστος
Παρακείμενος
φωνηεντόληκτα
-ειν
-σειν
-σαι
-κέναι
λύ-ειν
λύ-σειν
λῦ-σαι
λελυ-κέναι
ουρανικόληκτα
-ειν
-ξειν
-ξαι
-χέναι
πράττ-ειν
πρά-ξειν
πρᾶ-ξαι
πεπρα-χέναι
χειλικόληκτα
-ειν
-ψειν
-ψαι
-φέναι
γράφ-ειν
γρά-ψειν
γρά-ψαι
γεγρα-φέναι
οδοντικόληκτα
-ειν
-σειν
-σαι
-κέναι
πείθ-ειν
πεί-σειν
πεῖ-σαι
πεπει-κέναι





Δες πώς σχηματίζονται οι τύποι του απαρεμφάτου στους διάφορους χρόνους 

Παρατηρήσεις

1. Το απαρέμφατο του αορίστου δεν παίρνει αύξηση (όπως και οι εγκλίσεις του ίδιου χρόνου πλην της οριστικής).
2. Το απαρέμφατο του παρακειμένου διατηρεί τον αναδιπλασιασμό, π.χ. βε-βουλευκέναι, τε-θαυμακέναι,
-σκευακέναι.
3. Το απαρέμφατο ενεστώτα του ρ. ε
μ είναι: εναι.


To απαρέμφατο είναι ονοματικός τύπος του ρήματος, δηλαδή μία από τις 4 εγκλίσεις, αλλά άκλιτη.
 Η ονομασία του σχηματίζεται από το στερητικό α + παρεμφαίνω (αποδεικνύω, ορίζω, φανερώνω, δηλώνω), επειδή είναι ο μόνος ρηματικός τύπος που δε φανερώνει το πρόσωπο του υποκειμένου ή τον αριθμό των προσώπων.
Το απαρέμφατο στη νέα ελληνική δεν χρησιμοποιείται μόνο του, παρά μόνο μαζί με το βοηθητικό ρήμα «έχω» για τον σχηματισμό των συντελεσμένων ρηματικών χρόνων: έχει λύσει, έχει πει κλπ. Ένα ρήμα μπορεί να έχει δύο απαρέμφατα, το ένα του ενεργητικού αορίστου (έχει δέσει) και το άλλο του παθητικού (έχει δεθεί).
Τη μετοχή την ξέρουμε πολύ καλά, γιατί τη χρησιμοποιούμε συνέχεια στη νεοελληνική γλώσσα, με τους δυο τύπους, την ενεργητική, που είναι άκλιτη, με την κατάληξη -οντας ή -ώντας και την παθητική, που είναι ένα επίθετο με κατάληξη -μένος, -μένη, -μένο π.χ.
διαβάζ-οντας, γελ-ώντας, διαβασ-μένος, διαβασ-μένη, διαβασ-μένο

Στα αρχαία ελληνικά δε συναντάμε άκλιτο τύπο μετοχής.
Όλοι οι τύποι, σ' όλες τις φωνές είναι επίθετα με τρία γένη.
Ποιοι χρόνοι έχουν μετοχή;
Μετοχή έχουν ο ενεστώτας, ο μέλλοντας, ο αόριστος και ο παρακείμενος

Ποιες είναι οι καταλήξεις της μετοχής στην ενεργητική φωνή;


Ενεστώτας
Μέλλοντας
Αόριστος
Παρακείμενος
φωνηεντόληκτα
-ων
-ουσα
-ον
-σων
-σουσα
-σον
-σας
-σασα
-σαν
ς
-κυα
ς
λύ-ων
λύ-ουσα
λ-ον
λύ-σων
λύ-σουσα
λ-σον
λύ-σας
λύ-σασα
λ-σαν
λελυ-κς
λελυ-κυα
λελυ-κς
ουρανικόληκτα

-ων
-ουσα
-ον
-ξων
-ξουσα
-ξον
-ξας
-ξασα
-ξαν
ς
-χυα
ς
πράττ-ων
πράττ-ουσα
πρττ-ον
πρά-ξων
πρά-ξουσα
πρ-ξον
πρά-ξας
πρά-ξασα
πρ-ξαν
πεπρα-χς
πεπρα-χυα
πεπρα-χς
χειλικόληκτα

-ων
-ουσα
-ον
-ψων
-ψουσα
-ψον
-ψας
-ψασα
-ψαν
ς
-φυα
ς
γράφ-ων
γράφ-ουσα
γράφ-ον
γρά-ψων
γρά-ψουσα
γρά-ψον
γρά-ψας
γρά-ψασα
γρά-ψαν
γεγρα-φς
γεγρα-φυα
γεγρα-φς
οδοντικόληκτα

-ων
-ουσα
-ον
-σων
-σουσα
-σον
-σας
-σασα
-σαν
ς
-κυα
ς
πείθ-ων
πείθ-ουσα
πεθ-ον
πεί-σων
πεί-σουσα
πε-σον
πεί-σας
πεί-σασα
πε-σαν
πεπει-κς
πεπει-κυα
πεπει-κς


 Μετοχή 
Παρατηρήσεις

1. Η μετοχή του αορίστου δεν παίρνει αύξηση.
2. Η μετοχή του παρακειμένου διατηρεί τον αναδιπλασιασμό, π.χ.
σκευακώς, σκευακυα, τ σκευακός.
3. Η μετοχή ενεστώτα του ρ. ε
μ είναι: ν, οσα, ν.

4. Το αρσενικό και ουδέτερο γένος των μετοχών όλων των χρόνων της ενεργητικής φωνής κλίνονται σύμφωνα με τη γ΄ κλίση, ενώ το θηλυκό σύμφωνα με τα θηλυκά σε -α της α΄ κλίσης. Επιπλέον, το θηλυκό στη γενική του πληθυντικού τονίζεται πάντοτε στη λήγουσα, π.χ. τ
ν λυουσν, τν λυσουσν, τν λυσασν, τν λελυκυιν.
https://4.bp.blogspot.com/-N0e7SDhpo9o/U2-GO3gkNHI/AAAAAAAAAiA/VpfFhHOwkyw/s640/%CE%9A%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%B7+%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD,+%CE%B5.%CF%86.+%28%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1%29.jpg

Το απαρέμφατο διακρίνεται σε έναρθρο ( με άρθρο ) 
π.χ. τό λακωνίζειν
και σε άναρθρο ( χωρίς άρθρο ) π.χ. φιλοσοφεν

 
Τι γνωρίζουμε για το έναρθρο απαρέμφατο ;
  • Όπως λέει και το όνομά του, συνοδεύεται πάντα από το άρθρο του ουδέτερου γένους ( τό ).
  • Το άρθρο κλίνεται κανονικά μόνο στον ενικό αριθμό ενώ το απαρέμφατο δεν αλλάζει.   π.χ. τό πράττειν, το πράττειν, τ πράττειν, τό πράττειν
  • Λειτουργεί ως αφηρημένο ουσιαστικό.
  • Λειτουργεί συντακτικά ως υποκείμενο, αντικείμενο, επεξήγηση, εμπρόθετος προσδιορισμός κ.α.                                                         π.χ. Τό λακωνίζειν στί φιλοσοφεν. ( εδώ το έναρθρο απαρέμφατο τό λακωνίζειν λειτουργεί ως υποκείμενο του ρήματος στί )
  • Δέχεται άρνηση μή.

Τι γνωρίζουμε για το άναρθρο απαρέμφατο ;
  • Όπως λέει και το όνομά του, δεν συνοδεύεται από άρθρο.
  • Έχει πολλές συντακτικές χρήσεις αλλά κυρίως λειτουργεί ως αντικείμενο σε προσωπικά ρήματα και υποκείμενο σε απρόσωπα ρήματα και απρόσωπες εκφράσεις.
  • Διακρίνεται σε ειδικό και τελικό.

           Ειδικό απαρέμφατο

         Τελικό απαρέμφατο

Μεταφράζεται με τις λέξεις «ότι», «πως»

Μεταφράζεται με τη λέξη «να»

Εξαρτάται από ρήματα που σημαίνουν
«γνωρίζω», «λέω», «νομίζω»,
«αντιλαμβάνομαι» κ.α.

Εξαρτάται από ρήματα που 
σημαίνουν «θέλω», «μπορώ»,
 «προτρέπω», «απαγορεύω» κ.α.

Δέχεται άρνηση ο

Δέχεται άρνηση μή

π.χ. Λέγουσι με σοφόν εναι.
     Λένε ότι είμαι σοφός.

π.χ. Βούλομαι τατα πρξαι.
      Θέλω να πράξω αυτά.

 Πότε το άναρθρο απαρέμφατο λειτουργεί ως αντικείμενο και πότε ως υποκείμενο ;
Το άναρθρο απαρέμφατο λειτουργεί ως αντικείμενο σε προσωπικά ρήματα και ως υποκείμενο σε απρόσωπα ρήματα και απρόσωπες εκφράσεις.

Προσωπικά ρήματα είναι αυτά που κλίνονται σε όλα τα πρόσωπα και έχουν ως υποκείμενό τους κάποιο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα.
π.χ.
λεγον οκ εναι ατόνομοι.
Υποκείμενο σε απρόσωπα ρήματα, δηλ. ρήματα που απαντούν μόνο στο γ΄ εν. πρόσωπο και δεν έχουν ως υποκείμενο κάποιο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα.
 Είναι παρόμοια με τα ν.ε. «πρέπει», «λέγεται», «ενδέχεται» κ.ά.· συνηθέστερα στην α.ε. είναι τα δε, χρή (= πρέπει), προσήκει (= αρμόζει). Την ίδια συντακτική θέση παίρνει το απαρέμφατο και με απρόσωπες εκφράσεις
Οι απρόσωπες εκφράσεις είναι φράσεις που αποτελούνται από ένα επίθετο ή επίρρημα και το γ’ενικό πρόσωπο των ρημάτων εμί και χω.
π.χ. καλόν
στι ( = είναι καλό ), δίκαιον στι ( είναι δίκαιο ), καλς χει ( =είναι καλό ) κ.α.

π.χ. Προσήκει
μν γωνίζεσθαι.
π.χ. Καλόν
στι τοτο μαθεν.
  

 Η ΜΕΤΟΧΗ
 Οι μετοχές, ανάλογα με τη συντακτική τους λειτουργία, διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: 
επιθετικές, κατηγορηματικές, επιρρηματικές
 Επιθετική
  • Μεταφράζεται ως αναφορική πρόταση με τις λέξεις «που», «ο οποίος». Συνήθως είναι έναρθρη.
  • Συντακτικά καταλαμβάνει θέσεις ουσιαστικών και επιθέτων. φεύγων πόνους φεύγει τιμάς (= αυτός που αποφεύγει τους κόπους αποφεύγει και τις τιμές). 
 Επιρρηματική 
Λειτουργεί ως επίρρημα. Μπορεί να είναι:
  • τροπική [μτφρ. με ν.ε. μετοχή (-ντας), «με το να»]
       
    λθεν χων (= έχοντας) λίγας νας.
  • χρονική (μτφρ. «όταν», «αφού», «ενώ»)
       Ο
    τος τοσατα επν (= αφού είπε) πλθεν.
  • αιτιολογική (μτφρ. «επειδή», «αφού», «εφόσον»)
       Κινδυνεύσαντες (= επειδή κινδύνευσαν)
    ττηθναι πεχώρησαν.
  • τελική (μτφρ. «για να», δηλώνει σκοπό και βρίσκεται σε χρόνο μέλλοντα)
       Το
    το λέξων (= για να πω) ρχομαι.
  • υποθετική (μτφρ. «αν»)
       Τα
    τα ποιοντες (= αν κάνετε) τ δίκαια ψηφιεσθε.
  • εναντιωματική (μτφρ. «αν και», «μολονότι»)
       
    λίγοι ντες (= αν και ήταν) νίκησαν.
 Κατηγορηματική
  •  Μεταφράζεται με τις λέξεις «να», «ότι» και (σπανιότερα, όταν εξαρτάται από ρήμα ψυχικού πάθους) «που».
  • Εξαρτάται συνήθως από ρ. συνδετικά, γνωστικά, αισθητικά, έναρξης, λήξης, ψυχικού πάθους.
       
    μο χαρίζου ποκρινόμενος (= Κάνε μου τη χάρη να μου απαντήσεις).
 Ασκήσεις







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου